τροφοδοτικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τροφοδοτικό

Where it comes from

τροφοδοτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο τροφοδοτικός

noun τροφοδοτικό · τροφοδοτικά · τροφοδοτικού · τροφοδοτικών

  1. general, γενικότερα, ηλεκτρονική κάθε εξάρτημα συσκευής (ή μεμονωμένη συσκευή) που παρέχει ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία της
  2. especially, ειδικότερα, υλικό υπολογιστή power supply unit, PSU: το βασικό εξάρτημα προσωπικού υπολογιστή που του παρέχει ηλεκτρική ενέργεια και ονομάζεται και κεντρικό τροφοδοτικό

adjective τροφοδοτικό · τροφοδοτικά · τροφοδοτικού · τροφοδοτικών

  1. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τροφοδοτικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τροφοδοτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τροφοδοτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"τροφοδοτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τροφοδοτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}