τρούφα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρούφα

  • ˈtru.fa

Where it comes from

τρούφα < γαλλική truffe < παλαιά οξιτανική trufa < λατινική tuber

:: Το όνομα του γλυκίσματος προέρχεται από την ομοιότητα με τον μύκητα / μανιτάρι

noun τρούφα · τρούφες · τρούφας · τρουφών

  1. βοτανική οποιοσδήποτε από τους διάφορους βρώσιμους μύκητες / μανιτάρια, του γένους Tuber, που αναπτύσσεται σε εδάφη στη νότια Ευρώπη
  2. γαστρονομία είδος σοκολατένιου γλυκίσματος με μαλακή υφή, το οποίο παρασκευάζεται κυρίως από σοκολάτα και κρέμα γάλακτος και καλύπτεται με κακάο, τριμμένη σοκολάτα, ξηρούς καρπούς κ.ά.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρούφα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρούφα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B1

Chicago

"τρούφα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρούφα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}