τρυπητό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρυπητό

  • tɾi.piˈto

Where it comes from

τρυπητό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρυπητός

noun τρυπητό · τρυπητά · τρυπητού · τρυπητών

  1. κουζινικά μαγειρικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα κατά την παρασκευή φαγητού άδειασε την κατσαρόλα με τις πατάτες στο τρυπητό
  2. κουζινικά μαγειρικό σκεύος που χρησιμοποιείται για την συγκράτηση της τροφής πάνω από το νερό που βράζει για το μαγείρεμα στον ατμό

adjective τρυπητό · τρυπητά · τρυπητού · τρυπητών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του τρυπητός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρυπητός

In English

  • colander a bowl-shaped kitchen utensil with holes in it used for draining food such as pa

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρυπητό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρυπητό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%84%CF%8C

Chicago

"τρυπητό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρυπητό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}