τρωγλοδύτης

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

τρωγλοδύτης

  • tɾo.ɣloˈði.tis

Da dove viene

τρωγλοδύτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Τρωγλοδῦται (για κατοίκους της Αφρικής που ζούσαν σε σπηλιές)

:* για τον τρυποκάρυδο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης

:* για τον χιμπατζή < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική troglodyte (< αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης)

sostantivo τρωγλοδύτης · τρωγλοδύτες · τρωγλοδύτη · τρωγλοδυτών

  1. άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε σπηλιά, τρώγλη
  2. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος που ζει μέσα σε πρόχειρα καταλύματα
  3. ζώο, πτηνό ο τρυποκάρυδος ή τρυποφράχτης
  4. dated, ζώο, παρωχημένο ο χιμπατζής

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"τρωγλοδύτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρωγλοδύτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"τρωγλοδύτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρωγλοδύτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}