τρωκτικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρωκτικό
Where it comes from
τρωκτικό < 1. (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρωκτικός (άπληστος, αδηφάγος), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρωκτικός
:2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rongeur (στη σημασία είδος θηλαστικού ζώου)
noun τρωκτικό · τρωκτικά · τρωκτικού · τρωκτικών
- είδος θηλαστικού μικρόσωμου ζώου, που χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς κοπτήρες που του χρησιμεύουν στο ροκάνισμα της τροφής ※ Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
- άνθρωπος που ροκανίζει τον ξένο πλούτο
In English
- rodent mammal of the order Rodentia
Talk about this word "τρωκτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. τρωκτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "τρωκτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρωκτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}