τρόφιμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρόφιμος

  • ˈtɾo.fi.mos

Where it comes from

τρόφιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρόφιμος (θετό παιδί) < τρέφω

noun τρόφιμος · τρόφιμοι · τροφίμου · τρόφιμου · τροφίμων · τρόφιμο

  1. που ζει έγκλειστος ή υπό προστασία σε φυλακή, ίδρυμα, άσυλο ※ Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγμ

In English

  • boarder pupil who lives at school during term
  • inmate one confined to institution, such as a prison

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρόφιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρόφιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"τρόφιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρόφιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}