τρώω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρώω

  • ˈtɾo.o

Where it comes from

τρώω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρώγω, με αποβολή του [ɣ]

verb τρώω · τρώγω · έτρωγα · φάω · έφαγα · τρώγομαι

  1. μασώ και καταπίνω τροφή κάθε φορά που τον συναντώ, τρώει
  2. παίρνω πρωινό, γεύμα ή δείπνο μην αργήσεις γιατί τρώμε νωρίς

    Similar: γευματίζω

  3. μου αρέσει το συγκεκριμένο φαγητό δεν τρώει χοιρινό
  4. χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου
  5. θρησκεία δε νηστεύω
  6. δαγκώνω ή τσιμπώ
  7. πιστεύω με αφέλεια ό,τι μου λένε ό,τι του λένε, τα τρώει!
  8. figuratively, μεταφορικά φθείρω, διαβρώνω σιγά σιγά, η βροχή τρώει την πέτρα
  9. επιτίθεμαι, επιδιώκω να βλάψω κάποιον τον έφαγε η αρρώστια
  10. figuratively, μεταφορικά παραμερίζω, κάνω κάποιον να χάσει τη θέση του
  11. σπαταλώ, ξοδεύω αλόγιστα χρόνο ή χρήματα έφαγε όλο του το μισθό στα μπαράκια
  12. αποκτώ παράνομα κάτι που δεν μου ανήκει έφαγαν πολλά χάρη στη διαπλοκή τους με παράγοντες της κυβέρνησης
  13. δηλωτικό της φαγούρας με τρώει η πλάτη μου
  14. δέχομαι σφαλιάρα ή επίθεση με κάποιο αντικείμενο Έφαγε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι

In English

  • eat to ingest — see also consume, ingest
  • bug to annoy
  • grub scavenge or scrounge

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρώω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τρώω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89

Chicago

"τρώω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρώω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}