τρώω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρώω
- ˈtɾo.o
Where it comes from
τρώω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρώγω, με αποβολή του [ɣ]
verb τρώω · τρώγω · έτρωγα · φάω · έφαγα · τρώγομαι
- μασώ και καταπίνω τροφή κάθε φορά που τον συναντώ, τρώει
-
παίρνω πρωινό, γεύμα ή δείπνο
μην αργήσεις γιατί τρώμε νωρίς
Similar: γευματίζω
- μου αρέσει το συγκεκριμένο φαγητό δεν τρώει χοιρινό
- χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου
- δε νηστεύω
- δαγκώνω ή τσιμπώ
- πιστεύω με αφέλεια ό,τι μου λένε ό,τι του λένε, τα τρώει!
- φθείρω, διαβρώνω σιγά σιγά, η βροχή τρώει την πέτρα
- επιτίθεμαι, επιδιώκω να βλάψω κάποιον τον έφαγε η αρρώστια
- παραμερίζω, κάνω κάποιον να χάσει τη θέση του
- σπαταλώ, ξοδεύω αλόγιστα χρόνο ή χρήματα έφαγε όλο του το μισθό στα μπαράκια
- αποκτώ παράνομα κάτι που δεν μου ανήκει έφαγαν πολλά χάρη στη διαπλοκή τους με παράγοντες της κυβέρνησης
- δηλωτικό της φαγούρας με τρώει η πλάτη μου
- δέχομαι σφαλιάρα ή επίθεση με κάποιο αντικείμενο Έφαγε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι
In English
Talk about this word "τρώω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. τρώω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89 "τρώω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρώω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8E%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}