τσάι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσάι¹
- ˈt͡sa.i
Where it comes from
τσάι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چای (τουρκικά çay) ή ρωσική чай (čaj) < κινεζική 茶 (chá, σε διαλέκτους: tê) . Συγκρίνετε με το τέιο & τέϊον.
noun τσάι · τσάγια · τσαγιού · τσαγιών
- το φυτό Camellia sinensis, το τεϊόδεντρο
- τα αποξηραμένα φύλλα του φυτού
- το αφέψημα που παρασκευάζεται από το βράσιμο των αποξηραμένων φύλλων του τεϊόδεντρου ※ Έμαθα ότι ψήνεις καλό τσάι "κατά ρωσσικόν τρόπον" (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ Σελήμ, 1895)
- κοινωνική συνάντηση όπου συνήθως σερβίρεται τσάι Οι κυρίες του εξωραϊστικού συλλόγου μάς προσκάλεσαν σε ένα τσάι για να συζητήσουμε για τον έρανο.
- κάθε αφέψημα που παρασκευάζεται από αρωματικά φυτά ή βότανα ※ Τα τσάγια, που περιέχουν ιαματικά φυτά, υπήρξαν ανέκαθεν δημοφιλή στη Νότια Κίνα, ως μέθοδος αντιμετώπισης της ζέστης και της υγρασίας. Η ζήτηση για τα σπάνια αυτά τσάγια είναι και σήμερα εύρωστη … (Εφημερίδα Η Καθημερινή, 2012.10.01. *)
Τσάι²
Where it comes from
Τσάι < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τσάι · Tsai
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Thesaurus
In English
- tea dried leaves of tea plant
Talk about this word "τσάι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. τσάι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9 "τσάι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσάι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}