τσάκα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσάκα¹

Where it comes from

1,2.τσάκα < τσακώνω + -α (αναδρομικός σχηματισμός)

:3. τσάκα < ιταλική giacca < παλαιά γαλλικά jaque

:4. τσάκα < τσακίζω

noun τσάκα · τσάκες · τσάκας

  1. παγίδα, δόκανο
  2. χαρτοπαίγνια το κόψιμο της χαρτωσιάς με ατού, όταν κάποιος δεν έχει φύλλο ίδιου χρώματος
  3. dated, παρωχημένο ζακέτα, επενδύτης Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρως Ήρως)
  4. vulgar, λαϊκότροπο τσάκιση

Τσάκα²

  • ˈt͡sa.ka

Where it comes from

Τσάκα < γενική ενικού του αρσενικού Τσάκας

proper noun Τσάκα · Тсака · Tsaka

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσάκας

proper noun Τσάκα

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσάκας

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσάκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τσάκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B1

Chicago

"τσάκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσάκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}