τσάπα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσάπα¹

  • ˈt͡sa.pa

Where it comes from

τσάπα < μεσαιωνική ελληνική τσάπα < ιταλική zappa < υστερολατινική sappa (τσάπα) < (ηχομιμητική λέξη)

noun τσάπα · τσάπες · τσάπας · τσαπών

  1. εργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ’ αυτήν ένα πλατύ και ελαφρά κυρτό μεταλλικό κοφτερό εξάρτημα Ἔχω τὴ δικιά μου φιλοδοξία: ν' ἀποχτήσω δικό μου κασμά, δικιά μου τσάπα, δικό μου κλαδευτήρι. (Κοσμάς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου, Αθήνα 1963)

    Similar: σκαπάνη

  2. εξάρτημα αυτοκινούμενου χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμοποιείται για εκσκαφές
  3. broadly, vulgar, κατ’ επέκταση, λαϊκότροπο εκσκαφέας, αυτοκινούμενο μηχάνημα που φέρει το εξάρτημα Τέσσερα JCB, μια τσάπα, μία σφύρα και το πυροσβεστικό όχημα του Δήμου […] είχαν προταθεί έξω από το Παλιό Τελωνείο Χανίων, περιμένοντας το σύνθημα για να ξεκινήσει η επιχείρηση κατεδάφισης. (flashnews.gr, 20 Απρ. 2011)

    Similar: ανάστροφο πτύο, εκσκαφέας

Τσάπα²

Where it comes from

Τσάπα < γενική ενικού του αρσενικού Τσάπας

proper noun Τσάπα · Τσάπας · Tsapa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • hoe agricultural tool

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσάπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τσάπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B1

Chicago

"τσάπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσάπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}