τσίμπημα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσίμπημα
- t͡sim.bi.ma
Where it comes from
τσίμπημα < τσιμπώ, τσιμπη- + -μα
noun τσίμπημα · τσιμπήματα · τσιμπήματος · τσιμπημάτων
- το άγγιγμα με μυτερό αντικείμενο, ο νυγμός το τσίμπημα της καρφίτσας
- δάγκωμα από έντομο το τσίμπημα της μέλισσας
- το αποτέλεσμα του τσιμπώ, το σημάδι που μένει από το τσίμπημα τα χέρια του είναι γεμάτα τσιμπήματα από τα κουνούπια
- οξύς, μικρής διάρκειας πόνος σε μέρος του σώματος αισθάνομαι τσιμπήματα στο στομάχι
- το πιάσιμο της τροφής ή του δολώματος, το ράμφισμα καθώς τραβούσε την πετονιά ένιωσε το τσίμπημα του ψαριού
In English
Talk about this word "τσίμπημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τσίμπημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "τσίμπημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσίμπημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}