τσίπουρο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσίπουρο

Where it comes from

τσίπουρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσίπουρον < τουρκοταταρική sepre ή τουρκική cibre· έχει προταθεί < αρχαία ελληνική σίκερα < εβραϊκά šēkār

noun τσίπουρο · τσίπουρα · τσίπουρου · τσίπουρων

  1. ποτό οινοπνευματώδες άχρωμο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση και απόσταξη στέμφυλων ※ Με δυο τρεις ελιές και ντομάτα, η σαρδέλα ήταν ο συνηθισμένος μεζές του τσίπουρου. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
  2. figuratively, συνεκδοχικά ένα ποτηράκι ή καραφάκι με τσίπουρο
  3. plural, στον πληθυντικό τσίπουρα: τα απομεινάρια από το πάτημα των σταφυλιών και την αφαίρεση του μούστου

    Similar: στέμφυλα

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσίπουρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσίπουρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF

Chicago

"τσίπουρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσίπουρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}