τσίφτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσίφτης¹

  • ˈt͡si.ftis

Where it comes from

τσίφτης < (άμεσο δάνειο) αλβανική qift < *qiftër < μεσαιωνική ελληνική ξεφτέρι (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή ὀξυπτέριον < αρχαία ελληνική ὀξύς + πτερόν (ή < τουρκικά çift < περσικά جفت: joft)

noun τσίφτης · τσίφτηδες · τσίφτη · τσίφτηδων

  1. vulgar, λαϊκότροπο άνθρωπος έξυπνος
  2. vulgar, λαϊκότροπο άψογος στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά. Τον εμπιστεύομαι, είναι πολύ τσίφτης.
  3. vulgar, προσφώνηση, λαϊκότροπο μάγκας μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής
  4. πτηνό είδος αετού (Milvus migrans)

Τσίφτης²

Where it comes from

Τσίφτης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Τσίφτης · Τσίφτηδες · Τσίφτη · Τσίφτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • kite bird of prey of the family Accipitridae

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσίφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσίφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"τσίφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσίφτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}