τσαγιέρα

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

τσαγιέρα

Nó đến từ đâu

τσαγιέρα < τσάι + -ιέρα < γαλλική théière

danh từ τσαγιέρα · τσαγιέρες · τσαγιέρας

  1. κουζινικά σκεύος που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα τσαγιού ή άλλου ζεστού ροφήματος ※ Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...
  2. κουζινικά κουζινικό σκεύος για το βράσιμο νερού, βραστήρας νερού

Tương tự: τσαγιερό

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

danh từ

Tương tự: τσαγιερό

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"τσαγιέρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσαγιέρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1

Chicago

"τσαγιέρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσαγιέρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}