τσαγκάρης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσαγκάρης¹
- tsaŋˈga.ɾis
Where it comes from
τσαγκάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσαγκάρης / τσαγγάρης / τζαγγάρης / τζαγκάρης < τσαγκάριος / τζαγγάριος < ελληνιστική κοινή τζαγκάριος / [τ]σανγάριος / σαγγάριος < τζάγγη / τζάγγα < παρθική (πβ. περσικά: ظانگا)
noun τσαγκάρης · τσαγκάρηδες · τσαγκάρη · τσαγκάρηδων
- αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα ※ Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρ
Similar: παπουτσής, υποδηματοποιός, μπαλωματής
Τσαγκάρης²
Where it comes from
Τσαγκάρης < από το επάγγελμα τσαγκάρης
proper noun Τσαγκάρης · Τσαγκάρηδες · Τσαγκάρη · Τσαγκάρηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: παπουτσής, υποδηματοποιός, μπαλωματής
In English
Talk about this word "τσαγκάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τσαγκάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82 "τσαγκάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσαγκάρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}