τσακίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσακίζω
- t͡saˈci.zo
Where it comes from
τσακίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσακίζω < με διαφορετικές εκδοχές ετυμολόγησης
verb τσακίζω · τσάκισα · τσακίζομαι · τσακίστηκα · τσακισμένος
- διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση έγραψε κάτι σ' ένα φύλλο χαρτί, το τσάκισε στα τέσσερα και της το έδωσε
- σπάω ή τραυματίζω κάτι ※ Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατί το τσάκισες το χέρι σου (Ντίνος Χριστιανόπουλος)
- εξουθενώνω, κατανικώ, διαλύω μια ζωή σκληρή δουλειά στα ορυχεία τον τσάκισε ολωσδιόλου
- κτυπώ ελαφρά πράσινες ελιές
- για κάτι που πήγε στραβά, ματαιώθηκε όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι, αλλά κάτι τσάκισε τελευταία στιγμή
In English
- defeat to overcome in battle or contest
Talk about this word "τσακίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τσακίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89 "τσακίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσακίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}