τσακίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσακίζω

  • t͡saˈci.zo

Where it comes from

τσακίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσακίζω < με διαφορετικές εκδοχές ετυμολόγησης

verb τσακίζω · τσάκισα · τσακίζομαι · τσακίστηκα · τσακισμένος

  1. transitive, μεταβατικό διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση έγραψε κάτι σ' ένα φύλλο χαρτί, το τσάκισε στα τέσσερα και της το έδωσε
  2. transitive, μεταβατικό σπάω ή τραυματίζω κάτι ※ Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατί το τσάκισες το χέρι σου (Ντίνος Χριστιανόπουλος)
  3. transitive, μεταβατικό εξουθενώνω, κατανικώ, διαλύω μια ζωή σκληρή δουλειά στα ορυχεία τον τσάκισε ολωσδιόλου
  4. transitive, μεταβατικό κτυπώ ελαφρά πράσινες ελιές
  5. intransitive, αμετάβατο για κάτι που πήγε στραβά, ματαιώθηκε όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι, αλλά κάτι τσάκισε τελευταία στιγμή

In English

  • defeat to overcome in battle or contest

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσακίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσακίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"τσακίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσακίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}