τσακμάκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσακμάκι

Where it comes from

τσακμάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چاقماق (çakmak) (τουρκική çakmak) + -ι

noun τσακμάκι · τσακμάκια · τσακμακιού · τσακμακιών

  1. είδος αναπτήρα που χρησιμοποιεί τσακμακόπετρα
  2. figuratively, συνεκδοχικά ο αναπτήρας ※ «Φέρε, Αμαλία, και την καπνοσύριγγα του πατέρα σου, καπνίζετε, κύριε;» Ο Ρωμαίος προτίμησε να ανάψει το τσιμπούκι του. Έβγαλε ευθύς την ταμπακέρα με τον ψιλοκομμένο καπνό, γέμισε το εβένινο τσιμπούκι και το άναψε με το ασημοποίκιλτο τσακμάκι του (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, Εκδόσεις Καστα

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσακμάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσακμάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"τσακμάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσακμάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}