τσαλακώνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσαλακώνω

Where it comes from

τσαλακώνω < ελληνιστική κοινή ψαλάσσω / ψαλάττω (αγγίζω ελαφρά) + -ώνω < αρχαία ελληνική ψάλλω

verb τσαλακώνω · τσαλάκωνα · τσαλακώσω · τσαλάκωσα · τσαλακώνομαι · τσαλακωμένος

  1. transitive, μεταβατικό διπλώνω χωρίς προσοχή κάτι σε μία ή περισσότερες μεριές, με αποτέλεσμα να μείνει ένα ορατό άσχημο σημάδι Αν δεν προσέξεις πώς κάθεσαι, θα τσαλακώσεις τη φρεσκοσιδερωμένη φούστα σου.
  2. intransitive, αμετάβατο έχω την τάση να σχηματίζω δίπλες, ζάρες Πρόσεχε αυτό το ύφασμα, τσαλακώνει εύκολα.

    Similar: τσαλακώνομαι

  3. transitive, μεταβατικό προκαλώ ζημιά στο αμάξωμα αυτοκινήτου Με χτύπησε από πλάγια και μου τσαλάκωσε τον προφυλακτήρα
  4. figuratively, μεταφορικά πλήττω καίρια (το φιλότιμο ή τον εγωισμό κάποιου)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσαλακώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"τσαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσαλακώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}