τσαλακώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσαλακώνω
Where it comes from
τσαλακώνω < ελληνιστική κοινή ψαλάσσω / ψαλάττω (αγγίζω ελαφρά) + -ώνω < αρχαία ελληνική ψάλλω
verb τσαλακώνω · τσαλάκωνα · τσαλακώσω · τσαλάκωσα · τσαλακώνομαι · τσαλακωμένος
- διπλώνω χωρίς προσοχή κάτι σε μία ή περισσότερες μεριές, με αποτέλεσμα να μείνει ένα ορατό άσχημο σημάδι Αν δεν προσέξεις πώς κάθεσαι, θα τσαλακώσεις τη φρεσκοσιδερωμένη φούστα σου.
-
έχω την τάση να σχηματίζω δίπλες, ζάρες
Πρόσεχε αυτό το ύφασμα, τσαλακώνει εύκολα.
Similar: τσαλακώνομαι
- προκαλώ ζημιά στο αμάξωμα αυτοκινήτου Με χτύπησε από πλάγια και μου τσαλάκωσε τον προφυλακτήρα
- πλήττω καίρια (το φιλότιμο ή τον εγωισμό κάποιου)
In English
- crumple to rumple
Talk about this word "τσαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τσαλακώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "τσαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσαλακώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}