τσελεμεντές

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσελεμεντές¹

Where it comes from

τσελεμεντές < επώνυμο Τσελεμεντές, από το βιβλίο συνταγών του σεφ Νίκου Τσελεμεντέ που πρωτοεκδόθηκε το 1910

noun τσελεμεντές · τσελεμεντέδες · τσελεμεντέ · τσελεμεντέδων

  1. γαστρονομία βιβλίο με συνταγές μαγειρικής ή/και ζαχαροπλαστικής ※ […] κι έτριβαν οι παλαιοπόλες τα χέρια τους, εκεί να δεις, τα σπάνια και τα μοναδικά στον ίδιο σωρό με τους καζαμίες και τους τσελεμεντέδες (από το διήγημα «Το βλέμμα του παιδιού» της Μάρως Δούκα, από τη συλλογή Γιατί εμένα η ψυχή μου (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2012, ISBN 978-960-16-4499-8)· πρόσβασ

Τσελεμεντές²

  • t͡se.le.menˈdes

Where it comes from

Τσελεμεντές < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Τσελεμεντές · Τσελεμεντέδες · Τσελεμεντέ · Τσελεμεντέδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσελεμεντές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσελεμεντές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%82

Chicago

"τσελεμεντές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσελεμεντές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}