τσιπούρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσιπούρα¹

Where it comes from

τσιπούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσιπούρα < *ἵππουρα, θηλυκό του αρχαία ελληνική ἵππουρος < → δείτε ἵππος + οὐρά

noun τσιπούρα · τσιπούρες · τσιπούρας

  1. θαλασσινό ψάρι (Sparus aurata - Σπάρος ο χρυσόχρους) της οικογένειας των Σπαριδών Η τσιπούρα απαντά στη Μεσόγειο και στις ακτές του βορειοανατολικού Ατλαντικού. Έχει μήκος γύρω στα 35 εκατοστά, συνήθως ασημένιο χρώμα και ένα χρυσό τόξο που ενώνει τα μάτια, πιο έντονο στα ενήλικα ψάρα, που έδωσε στο ψάρι το όνομα «χρύσοφρυς».

Τσιπούρα²

Where it comes from

Τσιπούρα <→ λείπει η ετυμολογία

proper noun Τσιπούρα · Τσιπούρας · Tsipoura

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσιπούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσιπούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"τσιπούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσιπούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}