τσιτσίδι
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
τσιτσίδι
- t͡siˈt͡si.ði
어원
τσιτσίδι < τσιτσ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -ίδι
부사 τσιτσίδι
-
τελείως γυμνός, χωρίς κανένα ρούχο
※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
비슷한 말: αδαμιαία περιβολή
영어로
- naked bare, not covered by clothing
이 단어에 대해 이야기하기 "τσιτσίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. τσιτσίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "τσιτσίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {τσιτσίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}