τσιφούτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσιφούτης¹
Where it comes from
τσιφούτης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çıfıt (απατεώνας, εκμεταλλευτής) < Çıfıt (Εβραίος) < οθωμανική τουρκική چفوت (çıfut) < περσική جهود (johud, Εβραίος)
noun τσιφούτης · τσιφούτηδες · τσιφούτη · τσιφούτηδων
- ο τσιγκούνης, που θέλει μόνο να μαζεύει λεφτά εκμεταλλευόμενος τους άλλους ※ Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)
Τσιφούτης²
Where it comes from
Τσιφούτης < τσιφούτης
proper noun Τσιφούτης · Τσιφούτηδες · Τσιφούτη · Τσιφούτηδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "τσιφούτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τσιφούτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82 "τσιφούτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσιφούτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}