τσουτσέκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσουτσέκι

  • t͡suˈt͡se.ci

Where it comes from

τσουτσέκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چیچك (çiçek) + -ι (λουλούδι, κατεργάρης) + -ι με τροπή [i] > [u]. Δείτε και την τουρκική çiçek

noun τσουτσέκι · τσουτσέκια

  1. offensive, slang, προσφώνηση, μειωτικό, αργκό περιφρονητική προσφώνηση για άτομο που θεωρούμε ποταπό και ασήμαντο ※ Ο Στρατηγός αντιμετώπισε τον δημοσιογράφο όχι ως εκπρόσωπο επαρχιακού καναλιού, ένα ανίσχυρο τσουτσέκι, δηλαδή που έκανε τη βρομοδουλειά που του ανέθεσαν, αλλά ως εντεταλμένο αντιπρόσωπο ολόκληρου του αμερικανικού λαού (Σοφία Νικολαΐδου, Χορεύουν οι ελέφαντες, εκδ. Μεταίχμιο, 2012)

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσουτσέκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσουτσέκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BA%CE%B9

Chicago

"τσουτσέκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσουτσέκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}