τσούλα

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

τσούλα¹

Nó đến từ đâu

τσούλα (άμεσο δάνειο) ιταλική ciulla ή < fanciulla, θηλυκό του fanciullo < fancello < fanticello < fante / infante < λατινικά infans < in- + fans, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος for < πρωτοϊταλική *fāōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeh₂- (μιλώ), θηλυκό του ciullus < λατινική sciolus < scius < scio < πρωτοϊταλική *skijō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skey- (διακρίνω, ξεχωρίζω, ανατέμνω)

danh từ τσούλα · τσούλες · τσούλας

  1. familiar, προφορικό ανήθικη ή/και ανάγωγη γυναίκα ※ «Και να μην ντύνεσαι σαν τσούλα.» Μου είπε. «Μα έτσι ντύνεται και η Κυρία Κάτια.» Της απάντησα εγώ. «Και εκείνη τσούλα είναι. Για να μην σου πω αρχιτσούλα. Να μην σε ξαναδώ, ντυμένη έτσι.» (Γιώργος Ντόβας, Η Πολιτικός, 2018)
  2. idiomatic, ιδιωματικό προβατίνα ή γίδα με κοντά ή μικρά αφτιά

động từ τσούλα · τσούλες · τσούλας

  1. β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τσουλώ

Τσούλα²

Nó đến từ đâu

Τσούλα < γενική ενικού του αρσενικού Τσούλας

danh từ riêng Τσούλα · Τσούλας · Tsoula

  1. γυναικείο επώνυμο

Bằng tiếng Anh

  • slut sexually promiscuous woman
  • tart woman with loose sexual morals

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"τσούλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσούλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"τσούλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσούλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}