τσόντα
Ελληνικά
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
τσόντα
- ˈt͡so(n).da
D'où il vient
τσόντα < (άμεσο δάνειο) βενετική zonta (προσθήκη), άλλη μορφή του xonta < λατινική iūncta < iūnctus < iūngō. Ζεύγος: χούντα.
nom τσόντα · τσόντες · τσόντας
- μικρό κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε άλλο όμοιο, και το συμπληρώνει, φαρδύνοντας ή μακρύοντάς το Το ύφασμα δεν φτάνει, θα χρειαστεί μια τσόντα.
- προσθήκη οποιουδήποτε υλικού σε άλλο όμοιο
- οτιδήποτε λειτουγεί ως συμπλήρωμα ή προσθήκη
- συμπληρωματικό χρηματικό ποσό Έχω λίγα ψιλά, δώσε και εσύ καμιά τσόντα να πάμε σινεμά.
- σκηνές πορνό, που προβάλλονταν εντελώς ασύνδετα ανάμεσα σε σκηνές άλλης ταινίας με διαφορετικό θέμα, συνήθως σε λαϊκούς κινηματογράφους
- η ίδια η πορνογραφική ταινία ≈ συνώνυμα: πορνοταινία
- σκανδαλιστικό θέαμα
En anglais
- gusset small piece of cloth inserted in a garment
Parler de ce mot "τσόντα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τσόντα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1 "τσόντα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {τσόντα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}