τυλίγω
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
τυλίγω
- tiˈli.ɣo
Da dove viene
τυλίγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυλίγω < ελληνιστική κοινή τυλίσσω με μεταπλασμό σε -γω από το αοριστικό θέμα τυλιξ-, κατά το σχήμα «άνοιξα < ανοίγω» < αρχαία ελληνική τύλη
verbo τυλίγω · τύλιξα · τυλίγομαι · τυλίχτηκα · τυλιγμένος
- περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται
- περιελίσσω κάτι για προστασία Τυλίξου με το κασκόλ παιδακι μου να μη μου κρυώσεις
- περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές με ένα είδος προστασίας για να το προφυλάξω ή για να το προσφέρω ως δώρο Τύλιξαν το δώρο, τύλιξαν τα αβγά για να μη σπάσουν, τύλιξαν τα πιατικά
- παγιδεύω κάποιον ※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- σκεπάζω, καλύπτω από όλες τις μεριές, αγκαλιάζω η ομίχλη τύλιξε το χωριό, η φωτιά τύλιξε την πολυκατοικία
- δίνω σε κάτι κυλινδρικό σχήμα βρέθηκαν τυλιγμένοι πάπυροι
In inglese
Parla di questa parola "τυλίγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τυλίγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CF%89 "τυλίγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CF%89.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {τυλίγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}