τυπικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τυπικό
- ti.piˈko
Where it comes from
τυπικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τυπικός
:* για τον εκκλησιαστικό όρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυπικόν (συνήθως με κεφαλαίο Τυπικόν)
noun τυπικό · τυπικά · τυπικού · τυπικών
-
το κομμάτι της γραμματικής το οποίο έχει ως ασχολία τους τύπους των λέξεων, δηλαδή την κλίση των ουσιαστικών, των αντωνυμιών, των αριθμητικών και των ρημάτων
Similar: τυπολογικό
- τα λειτουργικά βιβλία τα οποία ορίζουν οτιδήποτε αφορά την πραγματοποίηση των ιερών ακολουθιών της εκκλησίας το τυπικό της Καθολικής Εκκλησίας, το Ορθόδοξο τυπικό
Talk about this word "τυπικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. τυπικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C "τυπικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τυπικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}