मिकविन

τυπογράφος

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

τυπογράφος¹

यह कहाँ से आया

τυπογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική typographe ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική typographer ή λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική typographus < αρχαία ελληνική τύπος + γράφω

संज्ञा τυπογράφος · τυπογράφοι · τυπογράφου · τυπογράφων · τυπογράφο · τυπογράφους

  1. επάγγελμα που ασχολείται επαγγελματικά με την τυπογραφία, δουλεύει σε τυπογραφείο ή είναι ιδιοκτήτης του

Τυπογράφος²

यह कहाँ से आया

Τυπογράφος < τυπογράφος

व्यक्तिवाचक संज्ञा Τυπογράφος · Τυπογράφου · Typografos

  1. ανδρικό επώνυμο

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"τυπογράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τυπογράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"τυπογράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυπογράφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}