τυπογραφικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τυπογραφικός

Where it comes from

τυπογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική typographique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική typographic < αρχαία ελληνική τύπος + γράφω

adjective τυπογραφικός · τυπογραφική · τυπογραφικό · τυπογραφικού · τυπογραφικής

  1. τυπογραφία που έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. ουσιαστικοποιημένο τυπογραφικά: τα διορθωτέα λάθη σ’ ένα εκτυπωμένο κείμενο
  3. ουσιαστικοποιημένο τυπογραφικό: δεκαεξασέλιδο εκτυπωμένων και στις δύο όψεις σελίδων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τυπογραφικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τυπογραφικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"τυπογραφικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυπογραφικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}