τυρί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τυρί¹

  • tiˈɾi

Where it comes from

τυρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυρίν < ελληνιστική κοινή τυρίον (τυράκι) < αρχαία ελληνική τυρός + υποκοριστικό επίθημα -ίον < πρωτοελληνική *tūrós (μυκηναϊκή διάλεκτος : 𐀶𐀫: tu-ro /tūrós/) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuh₂-ró-s < *tewh₂- (φουσκώνω, διογκώνω)

noun τυρί · τυριά · τυριού · τυριών

  1. τρόφιμο, γαστρονομία τροφικό παρασκεύασμα που φτιάχνεται σε εκμαγείο από την πήξη του γάλακτος με ή χωρίς ζύμωση

noun τυρί · τυριά · τυριού · τυριών

  1. internet slang, διαδικτυακή αργκό, σε παιχνίδι φτηνή, εύκολη τακτική ή στρατηγική που εκμεταλλεύεται κάποια λειτουργία του παιχνιδιού προς διευκόλυνσή του για αυτόν που τη χρησιμοποιεί και συνήθως εκνευρισμό των άλλων παικτών

    Similar: έξπλοϊτ

Τυρί²

proper noun Τυρί

  1. κορυφή δίκορφου βουνού της Σύρου που η άλλη κορφή του λέγεται "Ψωμί"

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τυρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τυρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF

Chicago

"τυρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυρί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}