τυρόπηγμα

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

τυρόπηγμα

De unde vine

τυρόπηγμα < τυρί + -ο- + πήγμα

substantiv τυρόπηγμα · τυροπήγματα · τυροπήγματος · τυροπηγμάτων

  1. γαστρονομία το γάλα που έχει πήξει και λίγο πριν μετατραπεί σε τυρί Το επόμενο στάδιο είναι το λεγόμενο σπάσιμο ή κόψιμο. Το πηγμένο γάλα «κόβεται» με ειδικά εργαλεία, που λέγονται τυροκόπτες. Έχουμε δύο κατηγορίες τυριών, τα μαλακά τυριά όπως η φέτα και ο τελεμές και τα σκληρά όπως η γραβιέρα και το κεφαλοτύρι. Για να κάνουμε τα μαλακά τυριά, τεμαχίζουμε το τυρόπηγ

Asemănătoare: στάλπη, στάρπη, τυροβόλι

Sinonime și antonime

substantiv

Asemănătoare: στάλπη, στάρπη, τυροβόλι

În engleză

  • curd part of milk that coagulates

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"τυρόπηγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τυρόπηγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"τυρόπηγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυρόπηγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}