τυχερός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τυχερός¹
- ti.çeˈɾos
Where it comes from
τυχερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία ελληνική τυχηρός με τροπή [ir] > [er] < τύχ(η) + -ηρός . Μορφολογικά, τύχ(η) + -ερός.
adjective τυχερός · τυχερή · τυχερό · τυχερού · τυχερής
-
που έχει καλή τύχη
Similar: καλότυχος, καλοφούρτουνος, ριζικάρης, σαββατογεννημένος, τυχεράκιας, κωλόφαρδος · Opposite: άτυχος, δύστυχος, έρμος, κακόμοιρος, καψερός, συφοριασμένος
-
αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... κέρδισε το τζόκερ!!!
Similar: γούρικος · Opposite: γρουσούζης
Τυχερός²
Where it comes from
Τυχερός < τυχερός
proper noun Τυχερός · Τυχεροί · Τυχερού · Τυχερών · Τυχερό · Τυχερούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "τυχερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τυχερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82 "τυχερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τυχερός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}