τόκα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τόκα¹
Where it comes from
τόκα (ουσιαστικό) < (άμεσο δάνειο) τουρκική toka
# τόκα (επιφώνημα) < ιταλική tocca, προστακτική τού toccare
noun τόκα · τόκες · τόκας · τοκών
- αγκράφα (όπως μιας ζώνης), είδος μεταλλικής πόρπης, όπως το κούμπωμα σε λουράκι (συνήθως ρολογιού)
- κυλινδρικό καπέλο, χωρίς γείσο ※ Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)
interjection τόκα · τόκες · τόκας · τοκών
- επιφώνημα που λέγεται όταν κάποιος δίνει το χέρι του σε χαιρετισμό, όταν κλείνει κάποια συμφωνία ή πριν τσουγκρίσει το ποτήρι του με κάποιον πριν πιει
Similar: κόλλα το
Τόκα²
Where it comes from
Τόκα < γενική ενικού του αρσενικού Τόκας
proper noun Τόκα · Τόκας · Toka
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
interjection
Similar: κόλλα το
Talk about this word "τόκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τόκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1 "τόκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τόκα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}