τόκος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τόκος¹
- ˈto.kos
Where it comes from
τόκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τόκος (γέννηση) < τοκ- < τεκ- (από το οποίο προέρχεται και το τίκτω)
noun τόκος · τόκοι · τόκου · τόκων · τόκο · τόκους
- : το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα με τους τόκους θα πάρει πίσω τα τριπλά απ' όσα δάνεισε στο φουκαρά
- το επιτόκιο του δάνεισε με τόκο 10%, δηλαδή για τα 1000 ευρώ που έδωσε θα πάρει 1100
Similar: ιντερέσο
Τόκος²
Where it comes from
Τόκος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τόκος · Τόκοι · Τόκου · Τόκων · Τόκο · Τόκους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: ιντερέσο
In English
- interest finance: price of credit
Talk about this word "τόκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τόκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%82 "τόκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τόκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}