τόξο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τόξο

  • ˈto.kso

Where it comes from

τόξο < αρχαία ελληνική τόξον

noun τόξο · τόξα · τόξου · τόξων

  1. οπλισμός το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή
  2. γεωμετρία το τμήμα της περιφέρειας ενός κύκλου
  3. αρχιτεκτονική η αψίδα
  4. οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τόξο ※ Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφικ

In English

  • bow weapon used for shooting arrows
  • longbow large bow

Talk about this word

Cite this
MLA

"τόξο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τόξο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF

Chicago

"τόξο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τόξο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}