τόξο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τόξο
- ˈto.kso
Where it comes from
τόξο < αρχαία ελληνική τόξον
noun τόξο · τόξα · τόξου · τόξων
- το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή
- το τμήμα της περιφέρειας ενός κύκλου
- η αψίδα
- οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τόξο ※ Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφικ
In English
Talk about this word "τόξο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. τόξο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF "τόξο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τόξο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CE%BE%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}