τόσος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τόσος¹
- ˈto.sos
Where it comes from
τόσος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τόσος
pronoun τόσος · τόση · τόσο · τόσου · τόσης
- ίδιος ή όμοιος σε σχέση με το μέγεθος, την ένταση, τη διάρκεια ή την ποσότητα Έπεσε τόση βροχή, όση χρειάζονται τα φυτά
- μέχρι τέτοιου σημείου μεγάλος ή πολύς Είχα τόση δουλειά χθες!
- πάρα πολύς
- και κάτι, και περισσότερο δύο φορές τόσες
- ακριβώς ίσος στο μέγεθος, την ένταση, τη διάρκεια ή την ποσότητα Έχω τόσους φίλους, όσους χρειάζομαι
- όχι πάρα πολύς
Τόσος²
Where it comes from
Τόσος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τόσος · Τόσοι · Τόσου · Τόσων · Τόσο · Τόσους
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "τόσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τόσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82 "τόσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τόσος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}