τύπος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τύπος¹

  • ˈti.pos

Where it comes from

τύπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύπος (αποτύπωμα σφραγίδας) < τύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teu-p- (χτυπώ)

:* για μεταφορικές σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική type < λατινική typus < αρχαία ελληνική τύπος

:* για τη γραμματική < ελληνιστική σημασία

:* για τα έντυπα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική presse

noun τύπος · τύποι · τύπου · τύπων · τύπο · τύπους

  1. οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα μέσα ενημέρωσης ως σύνολο δημοσιεύτηκε στον τύπο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης
  2. το είδος, η κατηγορία ο μεσογειακός τύπος ανθρώπου
  3. ένα άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία ο Γιώργος είναι ο τύπος του ευγενικού και κοινωνικού ατόμου
  4. + γενική προσώπου το είδος του ανθρώπου που ταιριάζει με κάποιον δεν είσαι ο τύπος μου, λυπάμαι
  5. familiar, οικείο ένας άντρας, ένας τυπάς βγαίνει από το σπίτι ένας τύπος, πολύ περίεργος
  6. και στον πληθυντικό ένα σύνολο κανόνων που τηρούνται κατά γράμμα, σε αντίθεση με την ουσία Αυτός ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για τον τύπο και όχι για την ουσία.
  7. θετικές επιστήμες γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης
  8. μαθηματικά μαθηματική φόρμουλα
  9. γραμματική κλιτικός τύπος, μορφή μιας λέξης η γενική του ουσιαστικού "πόλη" εμφανίζει δύο τύπους: "πόλης" και "πόλεως"
  10. το σημάδι, στην έκφραση επί τον τύπον των ήλων
  11. πληροφορική εν συντομία ο τύπος δεδομένων

Τύπος²

  • ˈti.pos

Where it comes from

Τύπος < τύπος

proper noun Τύπος · Τύποι · Τύπου · Τύπων · Τύπο · Τύπους

  1. rare, σπάνιο ανδρικό επώνυμο

In English

  • bird person
  • type grouping based on shared characteristics
  • formula in mathematics
  • dude colloquial: man
  • press printed media
  • guy Buster, fella, man, bud

Talk about this word

Cite this
MLA

"τύπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τύπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"τύπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τύπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}