τύψη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τύψη
Where it comes from
τύψη < (ελληνιστική κοινή) τύψις < τύπτω
noun τύψη · τύψεις · τύψης · τύψεων
- η έντονη ψυχική κατάσταση που νιώθει όποιος αντιλαμβάνεται την ενοχή του για κάτι και κατηγορεί τον εαυτό του ※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)
In English
Talk about this word "τύψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%88%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. τύψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%88%CE%B7 "τύψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τύψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}