υγρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υγρός

  • iˈɣɾos

Where it comes from

υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wegʷ- (υγρός). Για τον όρο της γλωσσολογίας: (ελληνιστική κοινή) ὑγρός

adjective υγρός · υγρή · υγρό · υγρού · υγρής

  1. σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει. μετάβαση από την στερεή στην υγρή κατάσταση
  2. που έχει βραχεί υγρά μάτια (μάτια δακρυσμένα)
  3. γλωσσολογία για τα υγρά σύμφωνα λ, ρ, μ, ν
  4. ουσιαστικοποιημένο υγρό

In English

  • wet made of liquid or moisture
  • liquid fluid; not solid and not gaseous
  • humid slightly wet
  • moist characterized by the presence of moisture; slightly wet

Talk about this word

Cite this
MLA

"υγρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υγρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"υγρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υγρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}