υδραυλικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υδραυλικός
- i.ðɾa.vli.ˈkos
Where it comes from
υδραυλικός < ύδωρ + αυλός + -ικός
adjective υδραυλικός · υδραυλική · υδραυλικό
- σχετικός με την παροχή και τη διοχέτευση του νερού ※ Υδραυλική εγκατάσταση μέσα στην κατοικία / Υδραυλική εγκατάσταση έξω από την κατοικία, αλλά μέσα στην οικοδομή / Δεν υπάρχει αποχωρητήριο με υδραυλική εγκατάσταση (επιλογές απαντήσεων για τις κατοικίες στα Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού - κατοικιών της 5ης Απριλίου 1981, Εθνική Στατιστική υπηρεσ
- σχετικός με τη λειτουργία συστημάτων ρευστών
noun υδραυλικός · υδραυλικοί · υδραυλικού · υδραυλικών · υδραυλικό
- τεχνίτης που ασχολείται με εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων
In English
- plumber one who fits, etc, pipes for water, gas or drainage
Talk about this word "υδραυλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υδραυλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "υδραυλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υδραυλικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}