υπάλληλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπάλληλος

  • iˈpa.li.los

Where it comes from

για το επίθετο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπάλληλος (επίθετο: υπαγόμενος) από συγχώνευση της φράσης ὑπ' ἀλλήλους.

# για το ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου υπάλληλος, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική employé

adjective υπάλληλος · υπάλληλη · υπάλληλο

  1. λογική, για έννοιες που διαφέρουν ως προς το πλάτος· η μία είναι ευρύτερη ενώ η άλλη στενότερη, υπάγεται στην πρώτη υπάλληλες έννοιες, υπάλληλες κρίσεις

noun υπάλληλος · υπάλληλοι · υπαλλήλου · υπάλληλου · υπαλλήλων

  1. επάγγελμα αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μισθό ※ Το παραμύθι είναι μια μεταμφίεση της πραγματικότητας, είπε ο τραπεζικός υπάλληλος που ψάρευε δίπλα μου. Γνωριστήκαμε εκεί στο βραχάκι με τη θάλασσα αρυτίδωτη και τα ψάρια αδιάφορα στα δολώματά τους. (Μάκης Πανώριος, Το Ελληνικό φανταστικό διήγημα, εκδ. Αίολος, 1993, σελ. 15)

In English

  • employee person who provides labor to a company or another person
  • clerk one working with records etc.

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπάλληλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπάλληλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"υπάλληλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπάλληλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}