υπέρθεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπέρθεση
- iˈpeɾ.θe.si
Where it comes from
υπέρθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπέρθε(σις) + -ση < ὑπερτίθημι < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τίθημι. Συγχρονικά αναλύεται σε υπερ- + θέση.
:* για τον όρο της φυσικής: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική superposition (→ δείτε και τη λέξη επαλληλία)
noun υπέρθεση · υπερθέσεις · υπέρθεσης · υπερθέσεων
- τοποθέτηση από πάνω
- η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες κβαντικές θέσεις αθροίζονται, για να δώσουν μια άλλη έγκυρη κβαντική κατάσταση κβαντική υπέρθεση στη Βικιπαίδεια
Similar: επαλληλία
Thesaurus
noun
Similar: επαλληλία
In English
- superposition placing of one thing on top of another
Talk about this word "υπέρθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υπέρθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7 "υπέρθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπέρθεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}