υπέρυθρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπέρυθρος
- iˈpe.ɾi.θɾos
Where it comes from
υπέρυθρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπέρυθρος < ὑπό + ἐρυθρός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική infrarouge ή από την αγγλική infra-red Δεν έχει σχέση με το υπέρ.
adjective υπέρυθρος · υπέρυθρη · υπέρυθρο · υπέρυθρου · υπέρυθρης
-
που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό
Similar: κοκκινωπός, ερυθρωπός
-
υπέρυθρες ακτίνες : ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος είναι μεγαλύτερο από το μήκος κύματος του ορατού φάσματος, και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε 700 nm και 1 mm.
Opposite: υπεριώδης
In English
Talk about this word "υπέρυθρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υπέρυθρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82 "υπέρυθρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπέρυθρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}