υπήκοος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπήκοος

  • iˈpi.ko.os

Sounds like υπάκουος

Where it comes from

υπήκοος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπήκοος < υπ- ὑπό + ἀκοή

noun υπήκοος · υπήκοοι · υπηκόου · υπήκοου · υπηκόων · υπήκοο

  1. πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα / ιθαγένεια ενός κράτους· ο πολίτης ενός κράτους
  2. ο υποκείμενος στην εξουσία ※ Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικό να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον· οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπήκοος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπήκοος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CE%BF%CF%82

Chicago

"υπήκοος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπήκοος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}