υπερήφανος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπερήφανος¹
- i.peˈɾi.fa.nos
Where it comes from
υπερήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος < ὑπέρ + φαίνω
adjective υπερήφανος · υπερήφανη · υπερήφανο · υπερήφανου · υπερήφανης
- που έχει υπερηφάνεια, που δεν θέλει να τον μειώνουν, να τον υποτιμούν, να τον θίγουν, να του κάνουν παρατηρήσεις δεν θα δεχτεί ελεημοσύνη, είναι υπερήφανος άνθρωπος
- που αισθάνεται χαρά και τιμή για κάτι που έκανε ο ίδιος, τιμά και τιμάται ιδιαίτερα από κάτι είμαι υπερήφανος για τα παιδιά μου
- ο αλαζόνας, που υπερεκτιμά τον εαυτό του ή κάτι δικό του, που είναι εύθικτος και προσβάλλεται εύκολα
Υπερήφανος²
Where it comes from
Υπερήφανος < υπερήφανος
proper noun Υπερήφανος · Υπερήφανοι · Υπερήφανου · Υπερήφανων · Υπερήφανο · Υπερήφανους
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "υπερήφανος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υπερήφανος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82 "υπερήφανος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπερήφανος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}