υπεραλίευση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπεραλίευση

Where it comes from

υπεραλίευση (νεολογισμός) < υπερ- + αλίευση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική surpêche ή την αγγλική overfishing)

noun υπεραλίευση · υπεραλιεύσεις · υπεραλίευσης · υπεραλιεύσεων

  1. neologism, νεολογισμός, αλιεία η υπερβολική εκμετάλλευση του φυσικού θαλάσσιου πλούτου μέσω της αλιείας σε σημείο που μειώνονται σημαντικά ή και εξαφανίζονται από τους βιοτόπους υδρόβιοι οργανισμοί ※ Η θαλάσσια αυτή ζωή έρχεται σήμερα αντιμέτωπη, ενόψει της επιβάρυνσης των ωκεανών και των θαλασσών, με πολυάριθμες απειλές. Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές, δίπλα στην κλιματική αλλαγή και τη ρύπανση των θαλασσών τόσο από χημικά όσο και από πλαστικά, κατέχει το φαινόμενο της υπεραλίευσης (Υπεραλίευ

    Similar: υπεραλιεία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπεραλίευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπεραλίευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"υπεραλίευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπεραλίευση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}