υπερβόσκηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπερβόσκηση

Where it comes from

υπερβόσκηση < υπερ- + βόσκηση

noun υπερβόσκηση · υπερβοσκήσεις · υπερβόσκησης · υπερβοσκήσεων

  1. η εντατική και καθ' υπερβολή βόσκηση μιας περιοχής, με αρνητικές γι' αυτή συνέπειες Μάλιστα η καταστροφή σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται με τραγικές συνθήκες που συνιστούν απλώς μία φάση πριν από την πλήρη ερημοποίηση και το απογύμνωμα των βουνών με διάβρωση. Κύριο αίτιο της σημερινής κατάστασης φαίνεται να είναι ο συνδυασμός της φωτιάς με την υπερβόσκηση που την ακολουθεί. (*)

In English

  • overgrazing excessive grazing to an extent that the land is damaged

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπερβόσκηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B2%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπερβόσκηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B2%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"υπερβόσκηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B2%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπερβόσκηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B2%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}