υπερηφάνεια
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
υπερηφάνεια
- i.pe.ɾiˈfa.ni.a
它从哪里来
υπερηφάνεια < υπερηφανεύομαι + -εια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
名词 υπερηφάνεια · υπερηφάνειες · υπερηφάνειας · υπερηφανειών
- το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του ※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκε
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του
- η αλαζονεία ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφ
英语
- pride quality or state of being proud; inordinate self-esteem; an unreasonable conceit
讨论这个词 "υπερηφάνεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. υπερηφάνεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "υπερηφάνεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {υπερηφάνεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}