υπερφίαλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπερφίαλος

  • i.peɾˈfi.a.los

Where it comes from

υπερφίαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπερφίαλος

adjective υπερφίαλος · υπερφίαλη · υπερφίαλο · υπερφίαλου · υπερφίαλης

  1. literally, κυριολεκτικά αυτός που εκχειλίζει πάνω από τη φιάλη, σε χρήση μονο μεταφορικά
  2. που χαρακτηρίζεται από αδικαιολόγητη αλαζονεία ή έπαρση ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφ
  3. που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αισιοδοξία, δίχως επαφή με την πραγματικότητα, αβάσιμος είναι παντελώς υπερφίαλος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπερφίαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπερφίαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"υπερφίαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπερφίαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}