υπνωτίζω
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
υπνωτίζω
- i.pnoˈti.zo
Откуда оно
υπνωτίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypnotize ή γαλλική hypnotiser < αρχαία ελληνική ὑπνωτικός + -ίζω
глагол υπνωτίζω · υπνωτίζομαι · υπνώτιζα · θα υπνωτίζω · να υπνωτίζω
- αποκοιμίζω κάποιον με υπνωτισμό ※ Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αν
- παραλύω τη θέληση κάποιου, σαγηνεύω, τον κάνω να υπακούει τυφλά στη θέλησή μου, χωρίς να καταλαβαίνει με σαφήνεια την πραγματικότητα
По-английски
Обсудить это слово "υπνωτίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. υπνωτίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89 "υπνωτίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {υπνωτίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}